Ο Μπάρτ, ειδικά στο “Φωτεινό Θάλαμο” (La Chambre Claire), γράφει για το πώς μια φωτογραφία μπορεί να περιλαμβάνει ένα punctum – μια αιχμή, μια τρυπηματιά στο νόημα – που δεν είναι καθολικά αναγνωρίσιμη, αλλά προσωπικά αποκαλυπτική. Το punctum είναι αυτό που σε αγγίζει, ενώ το studium είναι αυτό που βλέπουν όλοι.
Η επιθυμία ως πράξη ανάγνωσης (ή η ανάγνωση ως πράξη επιθυμίας)
Για τον Μπάρτ, η ανάγνωση δεν είναι αναζήτηση της πρόθεσης του συγγραφέα. Είναι μια επιθυμητική πράξη: το υποκείμενο προβάλλει και παράγει νόημα ανάλογα με τις ανάγκες και το φαντασιακό του.
«Το κείμενο είναι ένας χώρος απολαύσεων… το απολαμβάνω όχι επειδή κατανοώ, αλλά επειδή με βλέπει, επειδή μου μιλά».
Η ανάγνωση γίνεται πράξη υποκειμενικής απόδοσης νοήματος – μια ερμηνευτική “παράκαμψη” του πραγματικού, προς χάριν του επιθυμητού.
Το punctum: η ρωγμή στο φαινομενικά ουδέτερο
Στο La Chambre Claire, ο Μπάρτ ορίζει το punctum ως το αθέατο στοιχείο που σε πληγώνει, σε τρυπάει, το προσωπικό “σκάλωμα” μέσα σε μια εικόνα (ή ένα κείμενο), το οποίο δεν προκύπτει από πρόθεση. «Το punctum δεν είναι αυτό που επιλέγει ο φωτογράφος — είναι αυτό που επιλέγω εγώ, εν αγνοία μου». Το “-“, λοιπόν, δεν είναι το studium — δηλαδή η πληροφορία, η συναινετική χρήση της λέξης — αλλά punctum: μια λέξη που, χωρίς να το ξέρει ο αποστολέας, γίνεται φορέας μυστικής οδύνης ή σύμπτωσης. Η ταύτιση με -, η μυστική σύμπτωση, το αίσθημα ότι “το ήξερε αλλά δεν το ήξερε” — αυτό είναι punctum στη σημειολογική σου εμπειρία του μηνύματος.
Η σύμπτωση ως αφήγηση της επιθυμίας
Ο Μπάρτ πίστευε στη δύναμη της μικρής μυθολογίας. Οι λέξεις, τα γεγονότα, τα σημεία — όλα μπορεί να λειτουργούν ως ψυχικοί κόμβοι: κάτι ασήμαντο γίνεται σημαντικό επειδή ενεργοποιεί έναν φαντασιακό ή επιθυμητικό δεσμό.
Αυτό είναι και η σύμπτωση: μια μορφή αφήγησης του ασύντακτου της ζωής.
Όπως λέει ο Μπάρτ για τον έρωτα στο “Αποσπάσματα Ερωτικού Λόγου”:
«Ο ερωτευμένος δεν λέει “είναι έτσι”, αλλά “μου το δείχνει έτσι” — είναι μια μαντική λειτουργία του εαυτού.»
Η σύμπτωση, λοιπόν, δεν είναι απλώς ένα τυχαίο γεγονός. Είναι ένα συμβάν ανάγνωσης, ένα νόημα που διαρρέει το πραγματικό και το μετατρέπει σε αφήγηση.
Τελικά, όπως θα έλεγε και ο Blanchot, το πραγματικό δεν είναι εκεί για να το ερμηνεύσουμε — είναι εκεί για να το αντέξουμε.
Στον Blanchot, όπως και στον Lacan, το πραγματικό (le réel) δεν είναι απλώς “αυτό που συμβαίνει” — είναι αυτό που δεν μπορεί να συμβεί μέσα στη γλώσσα. Είναι αυτό που δεν λέγεται, που δεν μπορεί να ερμηνευτεί πλήρως, και στέκει εκεί, ωμό, σαν τραύμα ή σαν έλλειψη.
«Το πραγματικό είναι αυτό που επιμένει, όταν όλα τα νοήματα έχουν εξαντληθεί».
Γι’ αυτό λέει ο Blanchot (παραφράζοντας ή επανασυνθέτοντας τη σχέση με τον θάνατο, τη φωνή, τη σιωπή, τον χρόνο):
«Το πραγματικό δεν είναι εκεί για να το καταλάβουμε – είναι εκεί για να το αντέξουμε».
Εδώ, η σημειολογική εμπειρία δεν είναι εργαλείο ερμηνείας, αλλά ύφασμα αντοχής: δημιουργείς νόημα γιατί αλλιώς θα καταρρεύσεις.
Και ίσως αυτό είναι η πιο ώριμη μορφή ανάγνωσης: όχι η αποκρυπτογράφηση του κόσμου, αλλά η παραμονή μέσα στη ζώνη αβεβαιότητας που ο κόσμος μας εκτοξεύει. Όπως όταν κάποιος κοιτάζει ένα έργο τέχνης που δεν μπορεί να εξηγήσει αλλά δεν μπορεί και να αποστρέψει το βλέμμα του.
Τι σημαίνει «αντέχω το πραγματικό»;
Σημαίνει να μπορώ να συγκατοικήσω με την ασυνέπεια, το τυχαίο, το ανείπωτο.
Να αποδεχθώ ότι δεν υπάρχει πάντα μήνυμα, ούτε από τον άλλον, ούτε από το σύμπαν – αλλά και να επιμείνω στη δημιουργία του δικού μου.
Όχι για να το εξηγήσω, αλλά για να του δώσω μορφή – για να συνεχίσει να υπάρχει μέσα μου χωρίς να με συνθλίψει.
Το punctum και η αντοχή του πραγματικού
Υπάρχει μια λέξη. Λέγεται “Δωράκι”.
Είναι αθώα, οικεία, σχεδόν χαριτωμένη. Στην επιφάνεια, μια προσφορά· στο βάθος, ίσως ένα κάλεσμα. Ή ένας καθρέφτης. Δεν είναι λέξη βαρύγδουπη, δεν έχει δράμα, δεν κουβαλά ερμηνεία. Κι όμως, με διαπέρασε.
Δεν την ανέφερα εγώ. Την έγραψε εκείνη – τυχαία, χωρίς πρόθεση. Μου πρότεινε να πάω ταξίδι στη θέση της, λόγω μιας ανατροπής. Κλείνοντας το μήνυμά της με εκείνο το “Δωράκι”, με χτύπησε αλλού: έτσι φωνάζω τη σύντροφό μου. Μια τυχαία επανάληψη – που όμως, δεν ήχησε σαν επανάληψη, αλλά σαν σύμπτωση που ήξερε.
Αυτό είναι το punctum, λέει ο Roland Barthes. Εκείνο το σημείο εντός του μη-σημαίνοντος, που τρυπά το βλέμμα, το νόημα, την ψυχή. Δεν ανήκει στο πεδίο της πληροφορίας. Δεν είναι “τι ήθελε να πει ο αποστολέας”. Είναι τι μου έκανε εμένα. Είναι το “εγώ” που συναντάει, ξαφνικά και χωρίς άμυνες, ένα ξένο νόημα που γίνεται εσωτερικό ρήγμα.
Δεν είναι καν λέξη – είναι ρωγμή.
Το punctum δεν εξηγείται. Είναι, με τους όρους του Blanchot, το πραγματικό που δεν μπορούμε να ερμηνεύσουμε, αλλά πρέπει να αντέξουμε. Δεν είναι ερμηνεία, αλλά δοκιμασία. Δεν είναι σημάδι του άλλου – είναι το δικό μου τραύμα πάνω στην επιφάνεια της λέξης.
Ένα punctum δεν είναι ποτέ συλλογικό. Δεν είναι καν καθολικά αναγνωρίσιμο. Αν το πεις στους άλλους, ίσως γελάσουν ή αδιαφορήσουν.
Και αυτό το κάνει ακόμα πιο έντονο – είναι η ιδιωτικότητα του τραύματος μέσα στη δημόσια γλώσσα.
Το “Δ, έτσι όπως μου ήρθε, δεν με βοήθησε να καταλάβω τίποτα.
Με ανάγκασε, όμως, να κατοικήσω ξανά μέσα στη σύμπτωση, μέσα στην απουσία, μέσα στην αόρατη επικοινωνία των νοημάτων που δεν έχουν αποστολέα.
Δεν αναζητώ νόημα.
Απλώς αντέχω αυτό που ένιωσα.
Το punctum και η αντοχή του πραγματικού
(επέκταση με Lacan)
Υπάρχει μια λέξη. Λέγεται “Δωράκι”.
Είναι αθώα, οικεία, σχεδόν χαριτωμένη. Στην επιφάνεια, μια προσφορά· στο βάθος, ίσως ένα κάλεσμα. Ή ένας καθρέφτης. Δεν είναι λέξη βαρύγδουπη, δεν έχει δράμα, δεν κουβαλά ερμηνεία. Κι όμως, με διαπέρασε.
Δεν την ανέφερα εγώ. Την έγραψε εκείνη – τυχαία, χωρίς πρόθεση. Μου πρότεινε να πάω ταξίδι στη θέση της, λόγω μιας ανατροπής. Κλείνοντας το μήνυμά της με εκείνο το “Δωράκι”, με χτύπησε αλλού: έτσι φωνάζω τη σύντροφό μου. Μια τυχαία επανάληψη – που όμως, δεν ήχησε σαν επανάληψη, αλλά σαν σύμπτωση που ήξερε.
Αυτό είναι το punctum, λέει ο Roland Barthes. Εκείνο το σημείο εντός του μη-σημαίνοντος, που τρυπά το βλέμμα, το νόημα, την ψυχή. Δεν ανήκει στο πεδίο της πληροφορίας. Δεν είναι “τι ήθελε να πει ο αποστολέας”. Είναι τι μου έκανε εμένα. Είναι το “εγώ” που συναντάει, ξαφνικά και χωρίς άμυνες, ένα ξένο νόημα που γίνεται εσωτερικό ρήγμα.
Δεν είναι καν λέξη – είναι ρωγμή.
Το punctum δεν εξηγείται. Είναι, με τους όρους του Blanchot, το πραγματικό που δεν μπορούμε να ερμηνεύσουμε, αλλά πρέπει να αντέξουμε. Δεν είναι ερμηνεία, αλλά δοκιμασία. Δεν είναι σημάδι του άλλου – είναι το δικό μου τραύμα πάνω στην επιφάνεια της λέξης.
Το Πραγματικό (Lacan): εκεί όπου το punctum δεν λέγεται
Στον Jacques Lacan, το Πραγματικό (le Réel) δεν είναι το ίδιο με την “πραγματικότητα” που βιώνουμε καθημερινά. Είναι εκείνο που δεν μπορεί να συμβολιστεί, αυτό που διαφεύγει από τη γλώσσα, το ανείπωτο υπόλειμμα της εμπειρίας. Είναι αυτό που επιμένει να υφίσταται, ακόμη κι όταν το έχουμε “σκεπάσει” με λέξεις, εικόνες, αναγνώσεις, μεταφορές.
Το punctum, όπως το βιώνω, είναι ένα ρήγμα του Πραγματικού μέσα στο Συμβολικό.
Είναι η στιγμή που η λέξη δεν καλύπτει την εμπειρία, αλλά την πυροδοτεί.
Είναι το όριο της αναπαράστασης — όχι επειδή δεν μπορώ να περιγράψω τη λέξη, αλλά επειδή δεν μπορώ να περιγράψω το γιατί με τραυμάτισε.
Η λέξη “” γίνεται ο φορέας του Άλλου — εκείνου που αγνοεί το τραύμα μου, αλλά το αγγίζει με ακρίβεια.
Και αυτό το άγγιγμα, που συμβαίνει χωρίς πρόθεση, χωρίς συνείδηση, είναι τρομακτικό, και συγκινητικό — είναι το Πραγματικό. Όχι επειδή είναι αληθινό, αλλά επειδή δεν μπορεί να απορροφηθεί από καμία ερμηνεία.
Στο τέλος, δεν υπάρχει λύση.
Υπάρχει μόνο η αποδοχή του συμβάντος ως ρωγμής.
Και μέσα από αυτή τη ρωγμή, ένα βλέμμα προς τον εαυτό μου — όχι για να εξηγήσω, αλλά για να επιβιώσω.
Όπως γράφει ο Μπάρτ, «δεν θέλω να ξέρω, θέλω να βιώνω».
Κι όπως θα έλεγε ο Λακάν: «Το Πραγματικό δεν συγχωρεί» — απλώς επιστρέφει.
Το punctum και η αντοχή του Πραγματικού
Σκέψεις πάνω στη σύμπτωση, τη λέξη και την επιθυμία
Βασίλης Μπούζας
Περίληψη
Το κείμενο διερευνά τη συνάντηση του υποκειμένου με το punctum, όπως το ορίζει ο Roland Barthes, σε συσχέτιση με τη λακανική έννοια του Πραγματικού. Μέσα από ένα προσωπικό στιγμιότυπο (η ανάδυση της λέξης “Δωράκι” στο πλαίσιο μιας ασυνείδητης σύμπτωσης), αναδεικνύεται η φύση του punctum ως τραυματικό σημείο όπου η γλώσσα αποτυγχάνει να καλύψει το νόημα, και το υποκείμενο τίθεται ενώπιον του ανείπωτου. Η εργασία επιχειρεί να δείξει ότι η πράξη της ανάγνωσης, όταν διαπερνάται από το punctum, μετατρέπεται σε πράξη αντοχής του Πραγματικού και όχι απλώς κατανόησης του σημείου.
Το τραύμα της λέξης
Υπάρχει μια λέξη. Λέγεται Χ.
Είναι αθώα, οικεία, σχεδόν χαριτωμένη. Στην επιφάνεια, μια προσφορά· στο βάθος, ίσως ένα κάλεσμα. Ή ένας καθρέφτης. Δεν είναι λέξη βαρύγδουπη, δεν έχει δράμα, δεν κουβαλά ερμηνεία. Κι όμως, με διαπέρασε.
Δεν την ανέφερα εγώ. Την έγραψε ] – τυχαία, χωρίς πρόθεση και με χτύπησε αλλού: έτσι φωνάζω τη σύντροφό μου. Μια τυχαία επανάληψη – που όμως, δεν ήχησε σαν επανάληψη, αλλά σαν σύμπτωση που ήξερε.
Το punctum: μια προσωπική ρωγμή
Αυτό είναι το punctum, λέει ο Roland Barthes:
«Αυτό το κάτι που με τρυπά (με πληγώνει, με γδέρνει, με συγκινεί)»¹.
Δεν ανήκει στο πεδίο της πληροφορίας. Δεν είναι “τι ήθελε να πει ο αποστολέας”. Είναι τι μου έκανε εμένα. Είναι το “εγώ” που συναντάει, ξαφνικά και χωρίς άμυνες, ένα ξένο νόημα που γίνεται εσωτερικό ρήγμα.
Το punctum δεν είναι σημείο κατανόησης. Είναι σημείο συναισθηματικής υπερχείλισης. Ένα στοιχείο της εικόνας (ή της γλώσσας) που δεν τοποθετείται στο Συμβολικό, αλλά στο άλογο, στο βιωματικό, στο τραύμα.
Το Πραγματικό (Lacan): το ανέκφραστο που επιστρέφει
Για τον Jacques Lacan, το Πραγματικό είναι αυτό που δεν μπορεί να ενσωματωθεί στο Συμβολικό. Είναι ό,τι αντιστέκεται στη γλώσσα, ένα υπόλειμμα που επιμένει — τραυματικό, απωθημένο, ανεπεξέργαστο².
Η λέξη “Δωράκι” δεν ήταν η πληροφορία. Ήταν η επιστροφή του Πραγματικού.
Η στιγμή που η γλώσσα δεν καλύπτει την εμπειρία, αλλά την πυροδοτεί.
Ένα σημείο όπου η σημασία καταρρέει και το τραύμα ανοίγει. Το punctum είναι, επομένως, ο τρόπος που το Πραγματικό γίνεται αισθητό μέσα από το καθημερινό.
Ο Lacan λέει:
«Το Πραγματικό είναι αυτό που επιστρέφει πάντα στο ίδιο σημείο – εκεί όπου το Συμβολικό απέτυχε»³.
Και πράγματι, εκείνο το “Δωράκι”, χωρίς να φέρει κανένα βάρος από μόνο του, έγινε αποθήκη επιθυμιών, απωλειών και συγκυριών. Έγινε το τυχαίο που τραυματίζει.
Η ανάγνωση ως αντοχή
Το punctum δεν είναι για να το καταλάβουμε. Είναι για να το αντέξουμε.
Η εμπειρία αυτή μετατοπίζει την έννοια της ανάγνωσης από την ερμηνεία στη διακινδύνευση. Από την κατανόηση στην έκθεση.
Όπως σημειώνει ο Maurice Blanchot:
«Το πραγματικό δεν είναι εκεί για να το ερμηνεύσουμε, αλλά για να το αντέξουμε»⁴.
Η στιγμή που το κείμενο ή η λέξη σε πληγώνει είναι η στιγμή που σε βλέπει. Δεν αποκαλύπτει τον άλλον – αποκαλύπτει εσένα, εκεί που η επιθυμία σου τέμνει τη γλώσσα.
Συμπέρασμα
Το punctum δεν είναι εργαλείο σημειολογικής ανάλυσης — είναι συμπύκνωση ύπαρξης.
Δεν παράγει γενικό νόημα, παρά ανοίγει προσωπικές ρωγμές.
Εκεί, το σημείο συναντά το ασυνείδητο, και η ανάγνωση γίνεται πράξη συνάντησης με το Πραγματικό.
Όχι για να το καταλάβουμε.
Αλλά για να το αντέξουμε — για να επιβιώσουμε μέσα στο ανέκφραστο.
Βιβλιογραφικές αναφορές
- Roland Barthes, La Chambre Claire. Note sur la photographie, Paris: Gallimard / Seuil, 1980. (Μετάφρ. ελληνικά: Ο Φωτεινός Θάλαμος, Εκδ. Ράππα)
- Jacques Lacan, Le Séminaire, Livre XI: Les quatre concepts fondamentaux de la psychanalyse, Paris: Seuil, 1973. (Μετάφρ. ελληνικά: Τα τέσσερα θεμελιώδη νοήματα της ψυχανάλυσης, Εκδ. Ψυχογιός)
- Lacan, ό.π., σ. 55.
- Maurice Blanchot, L’entretien infini, Paris: Gallimard, 1969. (Μετάφρ. ελληνικά: Η απέραντη συνομιλία, Εκδ. Άγρα)










